ΕλληνΙΚΟ ΒΟΥΒΑΛΙ
Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, το Eλληνικό βουβάλι (Bubalus bubalis) έχει εισαχθεί από την Ασία Η πρώτη εμφάνιση μεγάλων πληθυσμών βουβάλων στην Ελλάδα, τοποθετείται τον 13 αιώνα. Το 1952 εκτρέφονταν μόνο στη Μακεδονία και τη Θράκη περίπου 71000 βούβαλοι.
Ο αριθμός των βουβάλων άρχισε να μειώνεται από τις αρχές της δεκαετίας του 60, οπού στις αρχές του 21ου αιώνα είχαν απομείνει περίπου 1000 βούβαλοι.
Τα βουβάλια
- ΔΙΑΦΕΡΟΥΝ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΤΟΥΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
- ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΟΒΙΑΚΗΣ ΧΛΩΡΙΔΑΣ.
- ΑΞΙΟΠΟΙΟΥΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΕΡΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΦΑΣΜΑ ΤΡΟΦΩΝ.
- ΠΡΟΣΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΞΗΡΑΣ ΟΥΣΙΑΣ.
Μορφολογικά Γνωρίσματα των Ελληνικών βουβαλιών
Βουβάλι
Bάρος τοκετού (kg) Αρσενικά 20-40 Θηλυκά 20-40
Bάρος ενήλικων ζώων (kg) Αρσενικά 400-750 Θηλυκά 350-600
Ύψος ενήλικου ζώου (kg) Αρσενικά 125-145 Θηλυκά 120-140
Έτη ενηλικίωσης (έτη για το επιθυμητό βάρος) Αρσενικά 5-6 Θηλυκά 5-6
Κυριότερες αναπαραγωγικοί παράμετροι
Ηλικία πρώτου τοκετού (μήνες) 36-48
Μέσος αριθμός τοκετών 9-12
Αριθμός γεννηθέντων ανά 100 ζώα 75-82
Ποσοστό νεκρών ζώων πριν τον απογαλακτισμό 3%
Μέση ηλικία ζώου πριν το τέλος αναπαραγωγικής περιόδου (μήνες) 144-175
Ποσοστό ετήσιας αντικατάστασης 10-25%
Διάρκεια κυοφορίας (ημέρες) 310-320
Μεσοδιάστημα τοκετών (ημέρες) 450
Εξέλιξη του πληθυσμού των βουβαλιών 2005 - 2023
ΥΓροΤΟΠΟΙ
Στην Ελλάδα υπάρχουν αυτοί την στιγμή 11 υγρότοποι ιδανικοί για την ανάπτυξη των βουβαλιών. Πιο συγκεκριμένα αυτοί είναι:
- ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ ΚΟΤΥΧΙ ΚΑΙ ΔΑΣΟΣ ΣΤΡΟΦΥΛΙΑΣ
- ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ ΜΕΣΣΟΛΟΓΓΙΟΥ
- ΑΜΒΡΑΚΙΚΟΣ ΚΟΛΠΟΣ
- ΛΙΜΝΗ ΜΙΚΡΗ ΠΡΕΣΠΑ
- ΔΕΛΤΑ ΑΞΙΟΥ – ΛΟΥΔΙΑ – ΑΛΙΑΚΜΟΝΑ ΚΑΙ ΑΛΥΚΗ ΚΙΤΡΟΥΣ
- ΛΙΜΝΕΣ ΚΟΡΩΝΕΙΑ
- ΛΙΜΝΗ ΚΕΡΚΙΝΗ
- ΔΕΛΤΑ ΝΕΣΤΟΥ
- ΛΙΜΝΗ ΒΙΣΤΩΝΙΔΑ – ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ ΠΟΡΤΟ ΛΑΓΟΣ
- ΛΙΜΝΗ ΙΣΜΑΡΙΔΑ & ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΩΝ
- ΔΕΛΤΑ ΕΒΡΟΥ
Και οι 11 υγρότοποι είναι στην συνθήκη ramsar.
Πληθυσμος 1952 – 2003
Το 1952, εκτρέφονταν μόνο στη Μακεδονία και τη Θράκη περίπου 71000 βουβάλια. Παρά την παγκόσμια αύξηση του βουβαλιού τα τελευταία 30 χρόνια, σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας (FAO), στην Ελλάδα ο αριθμός των βουβάλων άρχισε να μειώνεται δραματικά κυρίως τις δεκαετίες του 60 και του 70. Είναι χαρακτηριστικό από τις αρχές της δεκαετίας του 80 είχαν απομείνει περίπου 1000 βούβαλοι. Συγκεκριμένα το 1984 ο αριθμός έφτασε στο χαμηλότερο σημείο, τα 384 ζώα.
Οι λόγοι της μείωσης των βουβαλιών στην Ελλάδα
- Το μεταναστευτικό κύμα των Ελλήνων τις δεκαετίες του 60,70 και 80 που είχε ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψη γεωργικών και κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων.
- Η εισαγωγή γενετικά βελτιωμένων φυλών ( αγελάδων γαλακτοπαραγωγής, μόσχων κρεοπαραγωγής, αιγοπροβάτων κ.λ.π ).
- Η μείωση των εκτάσεων στις οποίες έβοσκαν οι νεροβούβαλοι λόγω εκχερσώσεων και αλλαγής χρήσεων γης.
Πηγή Υπουργείο Γεωργίας, Στατιστική Υπηρεσία, Κέντρο Γενετικής Νέας Μεσήμβριας
Παγκοσμίως ο αριθμός των βουβαλιών υπολογίζεται στα 220 με 360 εκατομμύρια. Τα τελευταία τριάντα χρόνια παρουσιάζει μια σταθερή αύξηση της τάξης του 15%-28% με το 95% του πληθυσμού τους να βρίσκεται στην Ινδία. Αντίθετα στην Ελλάδα τα τελευταία 30 χρόνια υπήρξε μια πτώση της τάξης το 75-87%, όπως φαίνεται και στο παρακάτω διάγραμμα.
Προσπάθεια
Παρά τις δραματικές μειώσεις που είχε το Ελληνικό βουβάλι, γίνανε προσπάθειες ο αριθμός τους να αυξηθεί. Σήμερα υπάρχουν περίπου 3000 ζώα, όσα υπήρχαν και προς το τέλος της δεκαετίας του 70′.
Η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως στους εξής λόγους:
- στην Υπουργική Απόφαση για την “του Γεωργοπεριβαλλοντικού Άξονα του Εγγράφου Προγραμματισμού Αγροτικής Ανάπτυξης 2000-2006 (Ε.Π.Α.Α.) ΚΑΝ (ΕΚ) 1257/99 του Συμβουλίου για τη στήριξη της Αγροτικής Ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ε.Γ.Τ.Π.Ε.) – Τμήμα Εγγυήσεων” όπου βοήθησαν με την επιδότηση τους την προώθηση του ζώου.
- Η αύξηση της κατανάλωσης των προϊόντων του βουβαλιού, κυρίως του γάλακτος και του κρέατος
- Ανάπτυξη του Αγροτουριστικού κύματος
- Η ίδρυση του Κτηνοτροφικού Συνεταιρισμού Βουβαλοτρόφων Βόρειας Ελλάδας ( Κ.Σ.Β.Β.Ε. )
1952 – 2003

1972 – 2003

Πληθυσμος 2004 – 2023
Ο Κτηνοτροφικός Συνεταιρισμός Βουβαλοτρόφων Ελλάδας (Κ.Σ.Β.Ε.) ιδρύθηκε το 2004 με σκοπό την γενετικής βελτίωσης και προώθησης του ελληνικού βούβαλου στην περιοχή της Βόρειας Ελλάδας αρχικά και στην συνέχεια σε όποιες περιοχές υπάρχει βουβαλοτροφία.
Πρώτος στόχος ήταν η καταγραφή των βουβαλιών και στην συνέχεια η αύξηση τους. Το 2004 υπήρχαν 1012 βούβαλοι ενώ το σήμερα, 2011, ο αριθμός των βουβαλιών κυμαίνεται γύρω στα 3248 ζώα.
Πηγή Υπουργείο Γεωργίας,Στατιστική Υπηρεσία, Κέντρο Γενετικής Νέας Μεσήμβριας
Παγκοσμίως ο αριθμός των βουβαλιών υπολογίζεται στα 220 με 360 εκατομμύρια. Τα τελευταία τριάντα χρόνια παρουσιάζει μια σταθερή αύξηση της τάξης του 15%-28% με το 95% του πληθυσμού τους να βρίσκεται στην Ινδία. Αντίθετα στην Ελλάδα τα τελευταία 30 χρόνια υπήρξε μια πτώση της τάξης το 75-87%, όπως φαίνεται και στο παρακάτω διάγραμμα.

ΠΑΡΑΠΡΟΪΟΝΤΑ
Το κυριότερο παραπρόίόν των βουβάλων θεωρείται το δέρμα τους. Σύμφωνα με στοιχεία του ΕΑΟ, η παγκόσμια παραγωγή ακατέργαστων δερμάτων βουβάλων αυξάνεται σταθερά και στις αρχές του 1990 ανερχόταν σε 0,65 εκατομμύρια τόνους. Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί σε ποσοστό 9°/ο περίπουτης συνολικής παραγωγής δερμάτων βοοειδών και σε ποσοστό 7% ως προς τη συνολική παραγωγή δερμάτων από όλα τα μηρυκαστικά αγροτικά ζώα. Στις αναπτυσσόμενες περιοχές του πλανήτη και κυρίως στην Ασία, η αναλογία των δερμάτων βουβάλων είναι προφανώς πολύ υψηλότερη.
Τα δέρματα των βουβάλων είναι γενικά βαρύτερα και ανθεκτικότερα από τα δέρματα των βοοειδών (κατασκευή πολεμικών ασπίδων!) και προσφέρονται καλύτερα στον τεμαχισμό. Τα περισσότερα από τα ακατέργαστα δέρματα βουβάλων στις αναπτυσσόμενες χώρες χρησιμοποιούνται στην οικιακή οικονομία αν και ένα σημαντικό μέρος των κατεργασμένων δερμάτων και των προϊόντων τους εξάγεται. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία (ΡΑΟ 1992), οι αναπτυσσόμενες χώρες έχουν περιορίσει τις εξαγωγές ακατεργάστων δερμάτων με σκοπό την ενίσχυση της εγχώριας βυρσοδεψίας. Το Πακιστάν και η Ινδία περιλαμβάνονται στις χώρες που έχουν απαγορεύσει πλήρως την εξαγωγή ακατέργαστων δερμάτών βουβάλων. Υπάρχουν και άλλα παραπροϊόντα του βουβάλου που συχνά πετιούνται ή αξιοποιούνται σε μικρό βαθμό, αν και υπάρχει ζήτησή τους στις εντόπιες αγορές των χωρών παραγωγής τους και στο εξωτερικό.
Με τα κέρατα των βουβαλιών μπορούν να κατασκευαστούν γκλίτσες, σκελετοί γυαλιών, τόξα, μαχαίρια.
ΓΑΛΑΚΤΟΠΑΡΑΓΩΓΗ
Το βουβαλινό γάλα έχει ευεργετικές συνέπειες στον ανθρώπινο οργανισμό, ιδιαίτερα σε όσους έχουν προβλήματα αλλεργιών, ψωρίασης, εκζέματα ή δυσανεξία στην λακτόζη. Το φρέσκο γάλα ειδικά συνιστάται ως τροφή αδύνατων και ασθενών ανθρώπων.
Με το βουβαλινό γάλα γίνεται το παραδοσιακό γλυκό καζάν- ντιπί. Επίσης το σερραϊκό γλυκό ακανές.
Βούλγαροι συγγραφείς αναφέρουν ότι, μετά την καταστροφή του Chernobyl, διαπίστωσαν πως η ραδιενεργός ρύπανση του γάλακτος βουβάλου ήταν χαμηλότερη από των άλλων ειδών γάλακτος και θεωρούν ότι το γάλα βουβάλου, εκτός από την υψηλή βιολογική του αξία, θα ήταν δυνατόν να θεωρηθεί “στρατηγικής σημασίας” τροφή του ανθρώπου σε περίπτωση εκτεταμένων ραδιενεργών ρυπάνσεων.
Είναι απόλυτο υγιεινό γιατί τα βουβάλι ευδοκιμούν χωρίς την ανάγκη ζωοτροφών ή αντιβιοτικών, ενώ γρασίδι, τριφύλλι και άχυρο αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής τους.
Χημική Σύσταση του γάλακτος των βουβαλιών και των αγγελάδων
Στον παρακάτω πίνακα δίνεται η χημική σύστασή, επί της 100, του αγελαδινού και του βουβαλίσιου γάλατος.
| Ζώο | Λίπος | Καζεϊνες | Πρωτεϊνες | Λακτόζη | Τεφρά | Ολικά Στερεά |
| Βουβάλι | 7.64 | 3.2 | 4.36 | 4.83 | 0.8 | 17.96 |
| Αγελάδα | 3.90 | 2.8 | 3.47 | 4.75 | 0.7 | 12.83 |
Ανάλυση της Σύνθεσης του Γάλατος διάφορων ζώων
| Συστατικά | Μονάδα Μέτρησης | Αγελάδα | Κατσίκα | Πρόβατα | Βουβάλι |
| Πρωτεϊνη | g | 3.2 | 3.1 | 5.4 | 4.5 |
| Λίπος | g | 3.9 | 3.5 | 6.0 | 8 |
| Υδατάνθρακας | g | 4.8 | 4.4 | 5.1 | 4.9 |
| Ενέργεια | K cal | 66 | 60 | 95 | 110 |
| KJ | 275 | 253 | 396 | 463 | |
| Σάκχαρα (Λακτόζη) | g | 4.8 | 4.4 | 5.1 | 4.9 |
| Λιπαρά Οξέα (κορεσμένα) | g | 2.4 | 2.3 | 3.8 | 4.2 |
| Μονοακόρεστα | g | 1.1 | 0.8 | 1.5 | 1.7 |
| Πολυακόρεστα | g | 0.1 | 0.1 | 0.3 | 0.2 |
| Χοληστερίνη | mg | 14 | 10 | 11 | 8 |
| Ασβέστιο | iu | 120 | 100 | 170 | 195 |
| Ανάλυση της σύνθεσης του γάλακτος | |||||
Το γάλα βουβαλιού περιέχει λιγότερο νερό, περισσότερα ολικά στερεά, λίπος και πρωτεΐνη και ελάχιστα περισσότερη λακτόζη από το γάλα αγελάδας. Λόγω της μεγαλύτερης λιποπεριεκτικότητάς του, 50-60%
υψηλότερη από το γάλα αγελάδας.
Μέση Περιεκτικότητα του γάλακτος ορισμένων θηλαστικών σε βιταμίνες
| Βιταμίνη | Βούβαλος | Αγελάδα | Πρόβατο | Αίγα | Άνθρωπος |
| Βιταμίνη Α(UI) | 200 | 0.1-0.5 | 143 | 191 | 189.8 |
| θειαμίνη (Β1) | 0.058 | 0.04 | 0.07 | 0.04 | 0.016 |
| Ριβοφλαβίνη (Β2) | 0.143 | 0.17 | 0.328 | 0.184 | 0.036 |
| Νιασίνη | 0.128 | 0.09 | 0.427 | 0.19 | 0.147 |
| Βιταμίνη (Β6) | 0.025 | 0.06 | – | 0.007 | 0.06 |
| Παντοθενικό Οξύ | 0.24 | 0.34 | 0.364 | 0.344 | 0.184 |
| Βιοτίνη | 0.0106 | 0.003 | 0.0093 | 0.0039 | 0.0008 |
| Βιταμίνη (Β12) | 0.00036 | 0.00042 | 0.000064 | 0.00007 | 0.008 |
| Βιταμίνη C | 0.21 | 2.09 | 0.43 | 0.15 | 4.3 |
| Ανάλυση της σύνθεσης του γάλακτος σε βιταμίνες | |||||
Αρκετοί ερευνητές έχουν υποστηρίξει ότι η βιολογική αξία του γάλακτος του βουβάλου είναι υψηλότερη από την αξία του αγελαδινού. Επειδή από το γάλα βουβάλου απουσιάζει η καροτίνη (πρόδρομη ουσία της βιταμίνης Α), η λευκότητά του συχνά χρησιμοποιείται για να διακρίνεται από το γάλα αγελάδας. Παρόλη όμως την απουσία της καροτίνης, το ποσοστό της βιταμίνης Α κυμαίνεται στα ίδια επίπεδα με εκείνα του αγελαδινού γάλακτος.
ΚΡΕΟΠΑΡΑΓΩΓΗ
Το κρέας των βουβαλιών συγκριτικά με το μοσχάρι έχει:
- Σκουρότερο χρώμα.
- Λιγότερο ενδομυϊκό λίπος.
- Λευκότερο χρώμα λίπους.
- Παρόμοια οργανοληπτικά χαρακτηριστικά
Η παγκόσμια παραγωγή κρέατος βουβάλου εκτιμάται από τον ΕΑΟ σε 2 εκατομμύρια τόνους, που προέρχονται προφανώς από αναπτυσσόμενες χώρες. Αν και οι αριθμοί αυτοί πιθανόν να είναι υποεκτιμημένοι εξαιτίας ελλιπών πληροφοριών, η παραγωγή κρέατος βουβάλου δεν μπορεί να συγκριθεί με την παρούσα συνολική παραγωγή βοείου κρέατος, που ανέρχεται σε 20 και 54 εκατομμύρια τόνους στις αναπτυσσόμενες χώρες και σε παγκόσμιο επίπεδο, αντίστοιχα. Στο σύνολο της παγκόσμιας παραγωγής η ποσότητα κρέατος από όλα τα είδη βουβάλων αντιπροσωπεύει ποσοστό 1% περίπου.
Στην Ινδία, το κρέας των βουβάλων αντιπροσωπεύει φθηνό τύπο κρέατος που καταναλίσκεται από ένα ευρύτερο τμήμα του πληθυσμού σε σχέση με το βόειο κρέας. Παρόλα αυτά, η παραγωγή υπερκαλύπτει την εγχώρια ζήτηση και οι εξαγωγές που έχουν αυξηθεί κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, ανέρχονται σε 60000 τόνους περίπου τα τελευταία χρόνια. Οι κυριότερες αγορές είναι η Μαλαισία και διάφορες Αραβικές χώρες.
‘Οπως συμβαίνει και με την παραγωγή, το κρέας του βουβάλου δεν αποτελεί σημαντικό μέρος του διεθνούς εμπορίου κρέατος, καθώς οι παγκόσμιες εξαγωγές βοείου κρέατος κατά το 1992 έχουν εκτιμηθεί από τον ΑΟ σε 5 εκατομμύρια τόνους. Εκτός από την Ινδία και έναν αριθμό μικροτέρων προμηθευτών, η Αυστραλία εξάγει λίγες χιλιάδες τόνους κρέατος ετησίως από τα βουβάλια ημιαγρίας κατάστασης που διαθέτει. Οι παραδοσιακές αγορές της Αυστραλίας είναι η ανατολική Ασία και η δυτική Ευρώπη. Σύμφωνα με τις συμφωνίες της GATT, η Αυστραλία επιτρέπεται να προμηθεύσει την Ευρωπαϊκή Κοινότητα με 2250 τόνους κρέατος βουβάλου, οι πραγματικές όμως εξαγωγές των τελευταίων ετών βρίσκονται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα από αυτό το επιτρεπτό όριο.
Παρόλο που στην Αίγυπτο το κρέας μόσχου βουβάλου θεωρείται ως εξαιρετικό έδεσμα, στην Αφρική και την νότια Ασία οι αρσενικοί μόσχοι βουβάλων ως πηγή κρέατος έχουν αξιοποιηθεί σε μικρό βαθμό. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, στην Ινδία το 35°/ο όλων των αρσενικών μόσχων βουβάλων επιζούν και ενηλικιώνονται. Παρομοίως, στο Πακιστάν όπου τα βοοειδή προμηθεύουν το μεγαλύτερο μέρος της ζωικής εργασίας και τα βουβάλια εκτρέφονται κυρίως για παραγωγή γάλακτος, γίνεται μικρή αξιοποίηση των ανεπιθύμητων αρσενικών μόσχων βουβάλων. Στην Ιταλία, σύμφωνα με έρευνα των 019Η κ.ά. (1992) (Πίνακας 6), οι βούβαλοι έχουν υψηλότερη περιεκτικότητα πρωτεϊνης στο κρέας τους σε σχέση με τα βοοειδή και προμηθεύουν σχετικά μεγαλύτερο ποσοστό τεμαχίων υψηλής ποιότητας. Παρόλα αυτά, οι καταναλωτές στην Ιταλία προτιμούν το βόειο κρέας και οι τιμές των σφαγίων των βουβάλων είναι χαμηλότερες σε σύγκριση με τις αντίστοιχες τιμές για τα βοοειδή .
Το κρέας του βουβάλου, όπως και το γάλα, έχει υψηλότερη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη από τα αντίστοιχα προϊόντα που προέρχονται από τα κοινά βοοειδή. Ενώ όμως, η περιεκτικότητα σε λίπος του γάλακτος βουβάλου είναι κατά πολύ υψηλότερη σε σύγκριση με το γάλα αγελάδας, η περιεκτικότητα του κρέατος βουβάλου σε λίπος είναι χαμηλότερη σε σύγκριση με το κρέας των κοινών βοοειδών.
Το ζώο αυτό, σύμφωνα με την Εθνική Ακαδημία Επιστημών των ΗΠΑ , υπόσχεται να εξελιχθεί σε μία από τις κύριες πηγές προμήθειας κρέατος, αν και εκτροφή βουβάλων αποκλειστικά για την παραγωγή κρέατος παρατηρείται μόνον πρόσφατα. ‘Όταν οι βούβαλοι αναπτύσσονται και διατρέφονται κατάλληλα, το κρέας τους είναι τρυφερό και εύγευστο.
Εντούτοις, επειδή το μεγαλύτερο μέρος του κρέατος βουβάλου προερχόταν και εξακολουθεί να προέρχεται από ενήλικα ζώα που σφάζονται στο τέλος της παραγωγικής τους ζωής, αφού έχουν ζήσει ως ζώα εργασίας ή γαλακτοπαραγωγής, η ποιότητά τρυ και η απόδοση σφαγίου είναι χαμηλή. Στην Ινδία, σύμφωνα με αναθεωρημένες εκτιμήσεις, η κατά προσέγγιση απόδοση σφαγίου ανέρχεται σε 9%. Η ίδια χώρα, χάρη στον τεράστιο πληθυσμό βουβάλων που διαθέτει, είναι η μεγαλύτερη παραγωγός χώρα κρέατος βουβάλου (1 εκατομμύριο περίπου τόνοι) και ακολουθεί το Πακιστάν (0,4 εκατομμύρια τόνοι), η Κίνα και η Αίγυπτος (0,2 εκατομμύρια τόνοι η κάθε μία).
Το κρέας των βουβαλιών συγκριτικά με το μοσχάρι έχει:
Συστατικά του κρέατος των Βουβαλιών και των Αγελάδων
| Συστατικά | Βουβαλομόσχοι | Μόσχοι |
| Kcal | 131.00 | 289.00 |
| Πρωτεϊνες | 26.83 | 24.07 |
| Λίπος (g) | 1.80 | 20.69 |
| Λιπαρά Οξέα | Βουβαλομόσχοι | Μόσχοι |
| Κεκορεσμένα Λιπαρά (g) | 0.60 | 8.13 |
| Μονοακόρεστα (g) | 0.53 | 9.06 |
| Πολυακόρεστα (g) | 0.36 | 0.77 |
| Χοληστερόλη (mg) | 61.00 | 90.00 |
| Ανόργανα συστατικά (mg) | Βουβαλομόσχοι | Μόσχοι |
| Ca-Fe-Mg-P-K-Na-Zn-Cu-Mn | 61.00 | 90.00 |
Συστατικά του κρέατος των βουβαλιών και άλλων τύπων κρεάτων
| Ζώο | Πρωτεϊνες (%) | Λίπη (%) | Χοληστερόλη (%) | Σίδηρος (%) | Θερμίδες (mgl100gr) |
| Βουβάλι | 22-26 | 1,3 – 1,8 | 30-40 | 2 | 130 |
| Στρουθοκάμηλος | 22-26 | 2 | 58-68 | 0 | 97-114 |
| Βοδινό | 18-27 | 10-28 | 60-100 | 0.3-1.6 | 260-300 |
| Κοτόπουλο | 27-32 | 3-4 | 73-86 | 0 | 140-165 |
| Αρνί Γάλακτος | 26 | 15 | 92 | 0 | 241 |
| Γαλοπούλα | 28 | 22 | 99 | 0 | 323 |
Στην Βουλγαρία και την Τουρκία, το κρέας των βουβάλων καταναλίσκεται νωπό ή χρησιμοποιείται στην παρασκευή παστουρμά και ενός είδους ξηρού λουκάνικου (smyadovska lukanka), καθώς και στην παρασκευή οικιακού τύπου λουκάνικων σε ανάμιξη με χοιρινό κρέας (όχι στην Τουρκία!).
Περισσότερα για το ελληνικό βουβάλι, καθώς και μέρος των κειμένων μπορούν να βρεθούν:
1) Διερεύνηση του Πληθυσμού και των Συστημάτων Παραγωγής των βούβαλων σε Ελληνικούς Υγρότοπους. Ανδρέας Γεωργούδης.